Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Νίκος Αντωνάκος - Δεξιότερα της δεξιάς




Τυπώθηκε το 1976, στο Λονδίνο, στα τυπογραφεία της «Hermes Press» 
Το εξώφυλλο έφτιαξε ο Θωμάς Γκαζέτας.
 Το βιβλίο έγινε κινηματογραφική ταινία από τον συγγραφέα το 1989, ο οποίος έγραψε και το σενάριο.


Όταν γράφονταν ετούτο το βιβλίο το 1968—69 έβρισκα δικαιολογημένο τον κόπο μου. Μετά, όμως, όταν τέλειωσε, δεν έβρισκα καμιά δικαιολογία να το τυπώσω.
Γιατί, φαίνεται, η «ανάγκη» — όπως λένε οι συγγραφείς και οι άλλοι καλλιτέχνες για τη δουλειά τους — που μ’ έσπρωξε να το γράψω λειτούργησε μόνο κατά τη διάρκεια που τρέχανε τα γράμματα και σχημάτιζαν αράδες  μπροστά μου…
Φτάνοντας στο τέλος βρήκα ότι ή «προσφορά» μου στα «γράμματα» δεν αφορούσε τον κόσμο. Τέλειωνε μέσα στο σπίτι μου και μέσα στο κεφάλι μου. Ήτανε μια απολογία στον εαυτό μου και στην αδυναμία μου να πάρω στα χέρια μου την Ελλάδα και να την κουνήσω… Να την κουνήσω τόσο δυνατό, δυνατά, ακόμα δυνατότερα  να  συνέρθει…   Να  συνέρθουμε όλοι μας!
Γιατί -τουλάχιστον έτσι ένοιωθα εγώ- τραβούσαμε απ’ το κακό στο χειρότερο. Επιτρέποντας σε κάμποσα τσογλάνια να   μάς  πασπατεύουνε  τα  κολομέρια  και   να   μας  εξευτελίζουνε.
Τελειώνοντας λοιπόν το βιβλίο δεν «ξαλάφρωσα» δράμι -όπως γίνεται με τους πιστούς που πάνε και τα λένε στο θεό τους κι’ ανακουφίζονται.
Αντίθετα, νευρίασα περισσότερο κι’ ένας συνταγματάρχης ξέρει πως δεν έφαγα τα γραφτά μου…  Αργότερα, βέβαια, ηρέμησαν όλα! Έφυγαν τα τσογλάνια, γύρισαν οι πολιτικοί και απεκατέστησαν τη δημοκρατία, τιμωρήθηκαν οι ένοχοι… και εγώ συχτήριζα τον εαυτό μου που δεν είχα την υπομονή να περιμένω… Βέβαια, υπάρχουνε ακόμα μ ε ρ ι κ ο ί πού διαμαρτύρονται όλα ήτανε μια κακοστημένη κομπίνα… Ότι ο λαός εξακολουθεί να ΄χει αφεντικά στο κεφάλι του, να πληρώνει για τον κινηματογράφο, για το θέατρο, για το NATO… Και ότι, τελικά, ή αποκατάσταση τη δημοκρατίας έγινε σε «υψηλά» επίπεδα. Τόσο υψηλά    που ο λαός ούτε που το πήρε χαμπάρι.
Και ακριβώς αυτοί οι μ ε ρ ι κ ο ί  μ’ έκαναν να ξαναδώ το  βιβλίο  μου…
Κοιτώντας το -ύστερα από 7 ολόκληρα χρόνια στο συρτάρι -κι αν εξαιρέσουμε τις κόλλες που ΄χανε κιτρινίσει απ΄ το χρόνο- το βρήκα άξιο να τυπωθεί και να φτάσει στον κόσμο.
Παράλληλα «βγαίνω» κι’ απ΄  την υποχρέωση να πιάσω την Ελλάδα στα χέρια μου και να την κουνήσω δυνατά, δυνατά, ακόμα δυνατώτερα να συνέρθει…  Να συνέρθουμε όλοι   μας…
Γιατί -τουλάχιστον έτσι νοιώθω εγώ- τραβάμε απ΄ το κακό στο χειρότερο πάλι. Επιτρέπουμε σε κάμποσα… να μας πασπατεύουνε τα βυζιά και να ηδονίζονται πάνω  μας.
 Δεν άλλαξε τίποτα αδέρφια. Γι΄ αυτό «κυκλοφορώ» το βιβλίο μου «ΔΕΞΙΟΤΕΡΑ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ». Να θυμίσω στον κόσμο ότι το  1968-1969 δεν τέλειωσε ακόμα για την Ελλάδα.
Βέβαια, τα γεγονότα που περιγράψω δεν έγιναν έτσι… Άλλα έγιναν χειρότερα κι’ άλλα είναι απ΄ το μυαλό μου. Άλλα πάλι έγιναν έτσι ακριβώς όπως γράφονται κι’ άλλα δεν έγιναν καθόλου -άλλα θα μπορούσανε να ΄χανε γίνει.
Ωστόσο για να είμαι δίκαιος πρέπει να γυρέψω συγνώμη από ανθρώπους και κόμματα που διαμορφώθηκαν κι’ άλλαξαν ταχτική μετά το ’69 που τέλειωσε το βιβλίο. Βρίσκω, όμως, ότι πρέπει να μείνουνε οι σκέψεις μου όπως ήτανε τότε, γιατί –τότε- έτσι φτάνανε τα γεγονότα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου.
Θα πρέπει ακόμα να πω ένα ευχαριστώ σ’ αυτούς που σκοτώθηκαν και στους άλλους -τους ανώνυμους-  που βασανίστηκαν  στα  υπόγεια  και στις ταράτσες.
Θα πρέπει, επίσης, να παρακαλέσω τους επώνυμους αντιστασιακούς που γύρισαν τώρα στην έ ν τ ι μ η ζωή τους να ξαναρωτήσουνε τους εαυτούς τους «για ποιο πράγμα» κάνανε αντίσταση.
Και, τέλος, να πω στο λαό, στην μάνα μου και στον πατέρα μου και σ’ αυτούς που εργάστηκα και ίδρωσα μαζί τους: δεν τέλειωσε, δεν τελειώνει ποτέ ο αγώνας. Είμαστε εμείς και εκείνοι. Όσο ο κόσμος θα χωρίζεται σε τάξεις και σε μεροκάματα, θα υπάρχουνε διχτατορίες και στρατιωτικοί να μας πίνουν το αίμα.
Νοιώθοντας ότι ξεκαθάρισα τη θέση μου, Έδωκα το στίγμα μου, που ανήκω ιδεολογικά, αφήνω το βιβλίο μου στο χέρια σας. Δεν θα κακιώσω αν δεν σας αρέσει σα «λογοτέχνημα». Δεν είναι αυτός ο στόχος μου. Υπάρχουνε συγγραφείς που μαγειρεύουνε καλά τις λέξεις και φτιάχνουνε βιβλία πού ρουφιούνται. Εμένα ο σκοπός μου είναι να «νευριάσω» τον αναγνώστη. Γιατί νευριασμένος ο άνθρωπος σηκώνεται στα ποδάρια του, στο ύψος του και δεν επιτρέπει στα τσογλάνια να του «πασπατεύουνε τα κολομέρια».
Ν.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου